Ετυμολογία
Η λέξη Masala (Χίντι / Ούρντου: मसाला / مسالا) σημαίνει «πικάντικο», και έλκει την
καταγωγή της από την Περσική λέξη: مصالح
(maṣālih) που σημαίνει «μπαχαρικά», «υλικά», (στον Ενικό: مصلحت
(maṣlahat)). Και αυτή με τη σειρά της προέρχεται από την Αραβική λέξη: صلح (ṣálaḥa) που
σημαίνει: «αυτό που ταιριάζει, που είναι κατάλληλο, που είναι χρηστικό».
