Translate

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Φαγητό και Θρησκεία: Ινδουισμός / Diet in Hinduism



Η διατροφή στον Ινδουισμό διέπεται παραδοσιακά από τους κανόνες που ορίζονται στο Dharmaśāstras, μια συλλογή σανσκριτικών κειμένων που αφορούν τις θρησκευτικές και νομικές υποχρεώσεις των Ινδουιστών. Το Dharmaśāstras δίνει μεγάλη έμφαση στην Bhojana (εκείνο που το απολαμβάνεις). Άλλοι έχουν συνάψει πρόσθετες οδηγίες από το Ινδουιστικό Δίκαιο και διάφορα ταμπού περί του φαγητού. Αυτοί οι κανόνες ορίζουν υπό ποίες συνθήκες το φαγητό μπορεί να θεωρηθεί μιαρό, ποια τροφή μπορεί να καταναλωθεί και ποια όχι, καθώς και την εθιμοτυπία πριν από τη λήψη τροφής, κατά την διάρκεια και μετά το τέλος του γεύματος.


Το φαγητό στις Βέδες

Το παλαιότερο ινδουιστικό κείμενο στη Rig Veda (10.87.16-19) μιλάει για την απαγόρευση της σάρκας των βοοειδών και των αλόγων:
«Ο δαίμονας που λερώνει τον εαυτό του με τη σάρκα των ζώων, με τη σάρκα των αλόγων και των ανθρώπινων σωμάτων,
Αυτός που κλέβει το γάλα της αγελάδας για άρμεγμα, ω Άγκνι, κόψε τα κεφάλια αυτών με πύρινη μανία».


Το φαγητό στις Dharmaśāstras

Το φαγητό είναι η ουσία της ζωής, από την οποία τα πράγματα ξεδιπλώνονται. «Τα πάντα έχουν ως κέντρο το φαγητό, οι κακές πράξεις των ανθρώπων καταλήγουν στο φαγητό τους. Όποιος τρώει το φαγητό του άλλου, συμετέχει στην αμαρτία του». Είναι εξαιτίας αυτής της πεποίθησης, που ορίστηκαν αυτοί οι περίτεχνοι περιορισμοί στην Ινδική κοινωνία.
Μερικές ασαφείς εντολές υπάρχουν στα Dharmaśāstras σχετικά με τα τρόφιμα. Για παράδειγμα, ο Μανού (ο άνθρωπος που επέζησε από τον Κατακλυσμό) λέει ότι πρέπει κάποιος να έχει στραμένο το πρόσωπό του προς την ανατολή όταν γευματίζει και σε ένα άλλο σημείο αναφέρει ότι ένας άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να κοιτάζει προς το νότο, με εξαίρεση όταν η μητέρα του είναι ζωντανή. Το φαγητό διαδραματίζει, ωστόσο, χρήσιμο ρόλο στην έννοια της ζωής για την ινδουιστική κοινωνία. Υπάρχουν κανόνες που αναφέρουν προς τα πού πρέπει να κοιτάζει κάποιος, την ώρα του φαγητού, που επιθυμεί να πετύχει έναν συγκεκριμένο στόχο στη ζωή του.
Αυτός που κοιτάζει προς το νότο, θα έχει καλή φήμη, αυτός που κοιτάζει προς τη δύση, θα επιτύχει τεράστιο πλούτο και ούτω καθεξής.
Λέγεται ακόμα πως προτού καταναλώσει κάποιος το φαγητό του, θα πρέπει να του απευθύνει χαιρετισμό, τιμώντας το έτσι κατά κάποιον τρόπο, και αποτίοντας σεβασμό επειδή το φαγητό θα τον χορτάσει.
Οι διαταγές που βρέθηκαν στο Dharmaśāstras συνοψίζονται πιο καθαρά από τον Patrick Olivelle στο άρθρο του «From Feast to Fast: Food and the Indian Ascetic». Στο έργο του, ο Olivelle αναλύει πιο ξεκάθαρα τι προβλέπει η Dharmaśāstra για μεμονωμένα μέρη της Ινδουιστικής κοινωνίας. Όλα τα θέματα που έθιξε ο Kane, που αναφέρθηκαν παραπάνω, εξηγούνται εδώ με τρόπο που αφορά τα τρόφιμα τόσο στην καθημερινή ζωή των Ινδουιστών, όσο και στη ζωή στην κοσμική σφαίρα.
Η παραγωγή, η παρασκευή, η ανταλλαγή και η κατανάλωση του φαγητού έχουν πολύ συγκεκριμένες διαδικασίες εκτέλεσης. Αυτές οι πτυχές του φαγητού υπάρχουν με σκοπό την προστασία της συγγένειας, της καθαρότητας, του τελετουργικού, των ηθικών αξιών και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, καθένα από τα οποία παίζουν τεράστιο ρόλο στην ινδουιστική κοινωνία. Το φαγητό παίζει κεντρικό ρόλο στην εξήγηση της ινδουιστικής αντίληψης για τον κόσμο και την ίδια τη δημιουργία. Οι αρχαίες ιστορίες της δημιουργίας απεικονίζουν το Θεό Δημιουργό των Βραχμάνων ως δημιουργό, καθώς και ως πραγματική τροφή για τα πλάσματά του. Η παραγωγή τροφίμων είναι η άμεση ανησυχία μετά τη δημιουργία των πρώτων όντων. Υπάρχουν και άλλοι μύθοι περί της δημιουργίας, καθένας από τους οποίους, όμως, συνδέει τη δημιουργία, το φαγητό, και τη θυσία. Το φαγητό κρατήθηκε σε υψηλά επίπεδα σεβασμού, σύμφωνα με την Dharmaśāstra, από την αρχή. Ο Μανού λέει: «από τον ήλιο έρχεται βροχή, και από τη βροχή το φαγητό, και από εκεί τα ζώντα πλάσματα αντλούν την επιβίωσή τους».
Οι Kane και Olivelle αναφέρουν και οι δύο την εντολή ότι «Κάποιος δεν πρέπει να μιλήσει άσχημα για το φαγητό». Η κεντρική ιδέα είναι πως το φαγητό δεν έχει λόγο ύπαρξης χωρίς τους ανθρώπους που θα το καταναλώσουν και οι άνθρωποι, επίσης, δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς το φαγητό. «Το σύνολο της δημιουργίας, ως εκ τούτου, είναι μια τεράστια αλυσίδα τροφίμων».
Εκτός του ότι είναι η πηγή της δημιουργίας, το φαγητό θεωρείται επίσης ότι αποτελεί κίνδυνο στην ινδουιστική κοινωνία. Όπως το φαγητό είναι η πηγή της δημιουργίας στο κοσμικό επίπεδο, έτσι είναι και η πηγή της ανηθικότητας στο ανθρώπινο επίπεδο. Το φαγητό είναι κεντρικής σημασίας για προσφορές θυσιών προς τους θεούς. Στις πέντε καθημερινές θυσίες, οι τέσσερις αφορούν συναλλαγή τροφίμων. Με τον τρόπο αυτό, δεδομένου ότι το σύμπαν αποτελεί ένα τεράστιο κύκλο φαγητού, η αλληλεξάρτηση όλων των όντων εκφράζεται στην συναλλαγή τροφίμων.
Παρά το γεγονός ότι στα περισσότερα κείμενα Dharmaśāstra η συμπεριφορά απέναντι στο φαγητό περιγράφεται περισσότερο για τους Βραχμάνους, την ελίτ κάστα, πρόσφατες μελέτες από τα κείμενα αυτά δείχνουν ότι υπήρχαν παρόμοια πρότυπα συμπεριφοράς για όλα τα στρώματα της Ινδουιστικής κοινωνίας. Αυτή η νοοτροπία έχει διαμορφώσει πολλές απαγορεύσεις και ταξινομήσεις σχετικά με το φαγητό ως ένας κρίσιμος μηχανισμός για το σχηματισμό των κοινωνικών ομάδων και την έκφραση της ηγεσίας. Άλλες τέτοιες τάξεις στην κοινωνία που υπακούουν σε διαταγές για τα τρόφιμα είναι οι επαίτες και οι ερημίτες.



Φαγητό και Ασκητισμός

Οι επαίτες που έχουν απαρνηθεί τα εγκόσμια δεν επιτρέπεται να παράγουν, αποθηκεύουν, ή να ετοιμάζουν το φαγητό τους. Λαμβάνουν καθημερινά το φαγητό τους αποκλειστικά από την επαιτεία. Επειδή υπάρχει μια κατάλληλη στιγμή για αυτή την επαιτεία, η οποία είναι αφότου οι νοικοκύρηδες των ανώτερων τάξεων έχουν τελειώσει το φαγητό τους, τα γεύματα των αναχωρητών αποτελούνται από απομεινάρια τους. Διαφορετικοί τύποι επαιτείας υπάρχουν, με κάθε διαφορετική μέθοδο να αφορά σε μια διαφορετική υποκατηγορία αυτών των αναχωρητών. Αυτοί των κατώτερων καστών, τρώνε στο σπίτι των γιών ή των συγγενών τους, οι αμέσως ανώτερης κάστας ζητιανεύουν την τροφή τους όχι από συγγενικό τους σπίτι αλλά από εφτά άλλα και οι της ανώτατης κάστας ζητιανεύουν την τροφή τους, αλλά τρώνε μόνο μία μπουκιά από το κάθε σπίτι που θα του προσφέρει φαγητό. Δεδομένου ότι αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων δεν μπορούν να παράξουν ή να αποθηκεύσουν τρόφιμα, η σχέση τους με το φαγητό είναι μονόδρομος. Οι επαίτες δεν συμμετέχουν σε οποιαδήποτε μορφή συναλλαγής τροφίμων, μόνο λαμβάνουν τρόφιμα.
Οι ερημίτες, από την άλλη πλευρά, δεν επιτρέπουν στον πολιτισμό να επηρεάσει τις διατροφικές τους συνήθειες. Το φαγητό τους είναι άγριο και ακαλλιέργητο. Η διατροφή τους αποτελείται κυρίως από φρούτα, ρίζες, φύλλα, και ό, τι φυτρώνει στο δάσος. Απαγορεύεται να φάνε κάτι που καλλιεργείται. Όπως και οι αναχωρητές, οι ερημίτες υποδιαιρούνται περαιτέρω σε αυτούς μαγειρεύουν την τροφή τους και σε εκείνους που δεν μαγειρεύουν την τροφή τους. Κάθε μία από αυτές τις υποκατηγορίες διαιρούνται ακόμη περαιτέρω σε πέντε κατηγορίες με βάση το κατά πόσον τρώνε μόνο δημητριακά, ή μόνο ρίζες, και ούτω καθεξής για αυτούς που μαγειρεύουν. Για όσους δεν μαγειρεύουν την τροφή τους, οι πέντε τάξεις τους βασίζονται περισσότερο για το πώς τρώνε το φαγητό τους: μόνο με τα χέρια, μόνο με το στόμα και ούτω καθεξής.
Παρατηρώντας τους κώδικες των τροφίμων και τις συνήθειες των ασκητών οι λόγιοι κάνουν γενικεύσεις σχετικά με τα τρόφιμα σύμφωνα με αυτά τα πρότυπα. Για παράδειγμα, ο Olivelle ισχυρίζεται ότι υπάρχουν τέσσερις διακριτές περιοχές των ινδουιστών σε σχέση με τα τρόφιμα στις πρακτικές των ασκητών. Αυτές είναι η πρόσβαση, η αποθήκευση, η προετοιμασία και η κατανάλωση. Σε αυτές τις περιοχές, οι άνθρωποι καταναλώνουν πολλή προσπάθεια και ενέργεια για να τους ακολουθήσουν σωστά. Αυτό, στη συνέχεια, μετατρέπεται σε κοινωνικό όσο και σε πολιτιστικό εγχείρημα. Οι κανόνες των ασκητών δείχνουν ότι παίρνουν και τρώνε μόνο αυτό που είναι αρκετό για τη συντήρησή τους. Οι μύθοι της δημιουργίας σε κοσμικά επίπεδα δείχνουν ότι ο ιδανικός κόσμος παρέχει στους ανθρώπους τα χρειαζούμενα αγαθά, μόνο εφ' όσον οι άνθρωποι λαμβάνουν μόνο ό, τι είναι αναγκαίο γι’ αυτούς. Αν λαμβάνουν μεγαλύτερη ποσότητα από την ανάγκη τους ή από ό, τι τους επιτρέπει η κάστα τους, το αποτέλεσμα είναι η απληστία και η γενική επιδείνωση του κόσμου. Υπό αυτό το πρίσμα, το φαγητό μπορεί να θεωρηθεί πως  είναι μια επικίνδυνη ουσία, αλλά και η πηγή όλων των πραγμάτων της ύπαρξης. Η σχέση μεταξύ ενός ανθρώπου και του φαγητού του, είναι η σχέση του με το σύμπαν.


Χορτοφάγοι Ινδουιστές

Μερικά ρεύματα του Ινδουισμού θεωρούν την χορτοφαγία ως την ιδανική διατροφή. Υπάρχουν τρεις κύριοι λόγοι για αυτό: η αρχή της μη-βίας (ahimsa) που εφαρμόζεται στα ζώα, η πρόθεση να προσφέρουν μόνο «καθαρή» (για χορτοφάγους) τροφή σε μια θεότητα και, στη συνέχεια, να τη λάβουν πίσω ως prasad, και η πεποίθηση ότι τα μη-χορτοφαγικά τρόφιμα είναι επιζήμια για το μυαλό και την πνευματική ανάπτυξη. Πολλοί Ινδουιστές δίνουν βάση στις αρχαίες γραφές, όπως το αξίωμα της Μαχαμπαράτα ότι «Η μη βία είναι το υψηλότερο καθήκον και η υψηλότερη διδασκαλία», και υποστηρίζουν μια χορτοφαγική διατροφή.
Υπάρχουν πολλές ινδουιστικές ομάδες που συνεχίζουν να τηρούν μια αυστηρή χορτοφαγική διατροφή στη σύγχρονη εποχή. Η χορτοφαγική διατροφή αντικατοπτρίζει την καταγωγή από τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής του ινδικού λαού. Ένα παράδειγμα είναι το κίνημα, γνωστό ως ISKCON (Διεθνής Εταιρεία για την Συνείδηση του Κρίσνα), των οποίων οι οπαδοί όχι μόνο απέχουν από το κρέας, τα ψάρια και τα πτηνά, αλλά και αποφύγουν επίσης ορισμένα λαχανικά που πιστεύεται ότι έχουν αρνητικές ιδιότητες, όπως το κρεμμύδι, τα μανιτάρια και το σκόρδο. Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι το κίνημα Swaminarayan. Οι οπαδοί αυτής της ινδουιστικής ομάδας επίσης σθεναρά εμμένουν σε μια δίαιτα που στερείται το κρέας, τα αυγά, και τα θαλασσινά. Οι χορτοφάγοι αποφεύγουν γενικά τις εξαρτησιογόνες ουσίες, συμπεριλαμβανομένου του τσαγιού και του καφέ. Το φαγητό τους αντανακλά ένα απλό ινδικό γεύμα με βάση το ρύζι και το dal (ινδικές φακές), τα λαχανικά, το ψωμί τσαπάτι, το γιαούρτι και το γάλα. Επίσης, αν καλλιεργούν σε δικό τους κήπο, συνήθως δεν βλάπτουν τα σκουλήκια που εμφανίζονται στα βιολογικά προϊόντα.
Η χορτοφαγία διαδίδεται από την Αγιουρβέδα και συνιστάται για satvic (καθαρισμό) του τρόπου ζωής. Επομένως, ένας άλλος λόγος που η διαιτητική καθαρότητα είναι τόσο σημαντική εντός του Ινδουισμού είναι επειδή κυριαρχεί «η ιδέα ότι τα τρόφιμα αντανακλούν τις γενικές ιδιότητες της φύσης: καθαρότητα, ενέργεια, αδράνεια» συνεπώς η υγιεινή διατροφή θα πρέπει να είναι αυτή που προωθεί την καθαρότητα μέσα σε ένα άτομο.


Μη χορτοφάγοι Ινδουιστές

Αντίθετα με τη δημοφιλή πεποίθηση, η Ινδία δεν είναι προς το παρόν μια κυρίως χορτοφαγική χώρα. Οι Βραχμάνοι της ανατολικής Ινδίας και του Κασμίρ και οι Saraswat Βραχμάνοι (με καταγωγή από τις ακτές του ποταμού Sarasvati στο Κασμίρ) της νοτιοδυτικής Ινδίας επιτρέπουν στην διατροφή τους τα ψάρια και ορισμένα κρέατα.
Ιστορικά αλλά και στη σημερινή εποχή, εκείνοι οι Ινδουιστές που τρώνε κρέας καταναλώνουν κρέας jhatka. Αυτή είναι μια κοινή μέθοδος σφαγής σε θυσίες που γίνονται σε ορισμένες Ινδουιστικές θεότητες, όμως, οι Βεδικές τελετουργίες όπως η Agnicayana (στήσιμο του πύρινου βωμού ή βωμού του Θεού της φωτιάς
Agni) περιλαμβάνουν τον στραγγαλισμό της θυσίας αιγών. Πολλοί Shaivite (ακόλουθοι του Θεού Σίβα) Ινδουιστές ασχολούνται με τις μεθόδους jhatka ως μέρος των θρησκευτικών νόμων διατροφής, καθώς επηρεάζονται από ορισμένα δόγματα, τα οποία επιτρέπουν την κατανάλωση κρέατος. Κατά τη διάρκεια της Durga Puja (φεστιβάλ προς τιμήν της Θεάς Ντούργκα) και της Kali Puja (φεστιβάλ προς τιμήν της Θεάς Κάλι) μεταξύ ορισμένων Ινδουιστών στα κρατίδια Παντζάμπ, Βεγγάλη και Κασμίρ, το κρέας Jhatka είναι το απαιτούμενο κρέας για τους κρεατοφάγους Πολλές αιρέσεις Vaishnava (ακόλουθοι του Θεού Βίσνου) απαγορεύουν την κατανάλωση κρέατος, και η σχετική δημογραφική υπεροχή τους πάνω από ορισμένες μη χορτοφάγικές Shaivite αιρέσεις οδηγεί στην λανθασμένη εντύπωση ότι όλοι οι Ινδουιστές είναι χορτοφάγοι.
Πολλές ινδουιστικές κοινότητες (για παράδειγμα, οι Rajput, διάφορες αυτόχθονες φυλές της Ινδίας, άλλες κάστες, κλπ) τρώνε κρέας, αλλά απέχουν από το βόειο κρέας ή / και το χοιρινό κρέας, εξαρτάται από την κουλτούρα του χωριού. Αν και η σφαγή αγελάδων απαγορεύεται στην τρέχουσα επικρατούσα τάση του Ινδουισμού, στο Νεπάλ, κάποιοι Ινδουιστές κυρίως Matwali (αυτοί που καταναλώνουν αλκοόλ) θυσιάζουν και καταναλώνουν το κρέας από το βουβάλι, και στην Ινδία εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι που κάνουν θυσίες αγελάδων ή κυρίως ταύρων. Υπάρχει μια διαφωνία σχετικά με την κατανάλωση κρέατος βουβαλιού μεταξύ των Ινδουιστών από την Ινδία και των Ινδουιστών από το Νεπάλ σε αυτό το θέμα, καθώς οι αγελάδες και βουβάλια θεωρούνται συγγενικά είδη, με τους Matwalis να υποστηρίζουν ότι η κατανάλωση βουβαλιών είναι μια παλιά παράδοση στη χώρα τους, και καταναλώνεται τακτικά. Το κρέας του βουβαλιού είναι δημοφιλές στην πρωτεύουσα του Νεπάλ, Κατμαντού, αλλά απορρίπτεται από άλλους, ενώ στην Ινδία, το κρέας του βουβαλιού σε μεγάλο βαθμό απορρίπτεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...